Τόσο η ευρωπαϊκή νομοθεσία όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου προβλέπουν με σαφήνεια ότι οι επιστροφές αιτούντων/ουσών άσυλο και προσφύγων απαγορεύονται όταν στη χώρα υποδοχής υφίσταται κίνδυνος σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ίδιο ισχύει και στο νέο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου (CEAS), το οποίο πρόκειται να αντικαταστήσει τον Κανονισμό του Δουβλίνου. Στην Ελλάδα, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνιστούν μια υπαρκτή και τεκμηριωμένη απειλή – όπως καταδεικνύει η νομική μας γνωμοδότηση.
Τα άτομα που επιστρέφονται στην Ελλάδα συχνά καταλήγουν στην αστεγία. Στα κέντρα υποδοχής επιβάλλεται έξωση μετά από 30 ημέρες – χωρίς έγγραφα, χωρίς οικονομική στήριξη, χωρίς στέγαση. Στα μόλις 13 καταλύματα για άστεγους-ες σε ολόκληρη τη χώρα, τα κριτήρια επιλογής είναι συνήθως αδύνατο να καλυφθούν. Τα προγράμματα ένταξης είναι επί της ουσίας απρόσιτα για τους επιστραφέντες/είσες δικαιούχους διεθνούς προστασίας, ενώ η πρόσβαση στην αγορά εργασίας περιορίζεται σοβαρά από γραφειοκρατικά εμπόδια. Οι γυναίκες, ιδιαίτερα οι μόνες, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο: ελάχιστη πρόσβαση σε ασφαλες καταφύγιο και αυξημένος κίνδυνος έκθεσης σε βία και εμπορία ανθρώπων.
Η πλήρης νομική μας γνωμοδότηση στα αγγλικά είναι διαθέσιμη εδώ.