Το 2018, η Γερμανία πήρε την απόφαση να υποδεχθεί αιτούντες άσυλο που είχαν διασωθεί στη θάλασσα και είχαν μεταφερθεί στη Μάλτα. Σε ορισμένους από αυτούς απαγορεύτηκε η είσοδος, έπειτα από «ελέγχους ασφαλείας» που διενήργησαν υπάλληλοι της γερμανικής εσωτερικής υπηρεσίας πληροφοριών και μετά τις αρνητικές τους αξιολογήσεις. Στην απόφασή του της 22ας Ιανουαρίου 2026, το Διοικητικό Δικαστήριο της Κολωνίας έκρινε ότι η συλλογή προσωπικών δεδομένων κατά τη διάρκεια συνέντευξης στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Marsa στη Μάλτα στις 28 Ιανουαρίου 2019, καθώς και η επακόλουθη αποθήκευση των δεδομένων αυτών από τη γερμανική εσωτερική υπηρεσία πληροφοριών, ήταν παράνομες.
Το 2018, σε μια περίοδο που η Ιταλία και η Μάλτα προέβαιναν όλο και συχνότερα σε απαγόρευση ελλιμενισμού των διασωστικών πλοίων, δημιουργήθηκε η λεγόμενη «Συμμαχία των Προθύμων», της οποίας μέλος ήταν η Γερμανία και η οποία δεσμεύτηκε να δεχτεί τα άτομα που διασώζονταν στη θάλασσα. Όταν τον Δεκέμβριο του 2018, το Sea-Watch 3 διέσωσε άτομα που βρισκόταν σε κίνδυνο, οι αρχές της Μάλτας επέτρεψαν τον ελλιμενισμό του μόνο έπειτα από τη δέσμευση άλλων κρατών μελών της ΕΕ να υποδεχθούν τους διασωθέντες. Ο ενάγων αφίχθηκε στη Μάλτα στις 9 Ιανουαρίου 2019. Στη συνέχεια, μαζί με τους υπόλοιπους-ες διασωθέντες-είσες τα εν λόγω άτομα διέμειναν στο «Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Marsa», το οποίο, σύμφωνα με τα πορίσματα του δικαστηρίου, εφαρμόζονταν πρακτικές καταναγκαστικής διαμονής, που προσομοιάζει σε κράτηση.
Στις 28 Ιανουαρίου 2019, άτομα που δεν ήταν αναγνωρίσιμα ως εκπρόσωποι των γερμανικών αρχών προσέγγισαν τον αιτούντα και δήλωσαν ότι η μεταφορά στη Γερμανία απαιτούσε έναν «απαραίτητο έλεγχο ασφαλείας». Ο αιτών δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για τη συνέντευξη, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 9:45 π.μ. έως τις 12:00 μ. χωρίς αντίστροφη μετάφραση. Ως αποτέλεσμα της αρνητικής αξιολόγησης ασφαλείας, δεν του επιτράπηκε να συνεχίσει το ταξίδι του προς τη Γερμανία. Οι λόγοι της απόρριψης δεν του κοινοποιήθηκαν. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι αυτοί που διεξήγαν τη συνέντευξη ήταν υπάλληλοι της γερμανικής εσωτερικής υπηρεσίας πληροφοριών.
Στην απόφασή του, το Διοικητικό Δικαστήριο της Κολωνίας κάνει σαφές ότι δεν υπήρχε ούτε έγκυρη συγκατάθεση ούτε άλλη νομική εξουσιοδότηση για τη συλλογή και αποθήκευση των δεδομένων. Σύμφωνα με το δικαστήριο, η συγκατάθεση ήταν ήδη άκυρη λόγω έλλειψης εθελοντικότητας: ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση έντονης πίεσης και είχε ενημερωθεί ότι τυχόν άρνηση συμμετοχής στη συνέντευξη θα είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της διαδικασίας μεταφοράς. Επιπλέον, ο ομοσπονδιακός νόμος για την Προστασία του Συντάγματος δεν παρέχει νομική βάση για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων ασφαλείας με «άγνωστους τρίτους» στο εξωτερικό, ελλείψει συγκεκριμένων ενδείξεων για αντισυνταγματικές δραστηριότητες ή άλλες απειλές. Ούτε μπορεί το μέτρο να βασίζεται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 του κανονισμού Δουβλίνο III: σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διατύπωση, τη δομή και τον σκοπό του Κανονισμού, οι «έλεγχοι» που αναφέρονται αφορούν την ύπαρξη «ανθρωπιστικών λόγων» (οικογενειακό ή πολιτισμικό πλαίσιο) και όχι ελέγχους ασφαλείας που διενεργούνται προς το συμφέρον του αιτούντος κράτους.
Το δικαστήριο τονίζει περαιτέρω ότι η «Συμφωνία της Μάλτας» ή οι σχετικές με αυτήν Τυποποιημένες Διαδικασίες Λειτουργίας (SOP) δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη νομική βάση. Ως διακυβερνητικές δηλώσεις προθέσεων, δεν δύναται, ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής της ουσιαστικότητας που ισχύει για το θεμελιώδες δικαίωμα στην πληροφοριακική αυτοδιάθεση, να δικαιολογήσουν μια παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το δικαίωμα έφεσης χορηγήθηκε από το Δικαστήριο λόγω της θεμελιώδους σημασίας της υπόθεσης. Ο εναγόμενος φέρει τα έξοδα.
«Η απόφαση είναι απολύτως σαφής: η γερμανική εσωτερική υπηρεσία πληροφοριών, ιδίως όταν δραστηριοποιείται στο εξωτερικό, δεσμεύεται στα θεμελιώδη δικαιώματα. Η συλλογή και αποθήκευση τέτοιων ευαίσθητων δεδομένων απαιτεί σαφή νομική βάση. Η βάση αυτή δεν υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση», εξηγεί ο Christopher Wohnig, δικηγόρος του ενάγοντα.
Ο Robert Nestler, διαχειριστής της Equal Rights Beyond Borders, προσθέτει: «Σε μια εποχή που τα ανθρώπινα δικαιώματα βρίσκονται σε διαρκώς μεγαλύτερη πίεση, το δικαστήριο καταδεικνύει τα όρια της κρατικής δράσης στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. Οι δημόσιες αρχές δεσμεύονται από το νόμο και τη δικαιοσύνη, κάτι που ισχύει όχι μόνο για τη γερμανική εσωτερική υπηρεσία πληροφοριών, αλλά και για το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εσωτερικών».
Επικοινωνία:press@equal-rights.org